σελαχλίκ

Σελάχιν ή σελαχλίκ ή σελαχρούκ Δερμάτινο ζωνάρι που έμπαινε πάνω από το ζωνάρ’ ή το ταραπουλούζ. Ήταν ειδικά φτιαγμένο για να τοποθετούν οι άντρες την «κάμα» (σπαθάκι), το πιστόφ’ ή την ντάμπατζαν (είδη πιστολιού), ματαράν (μπαρουτοθήκη),το καπνοσάκουλο και διάφορα προσωπικά τους αντικείμενα.

Έπιανε την κοιλιακή χώρα από τη μία άκρη στην άλλη. Στη μια μεριά ήταν στενό και στην άλλη φαρδύ καμπυλωτό. Πίσω το συγκρατούσαν δερμάτινα κορδόνια. Ήταν φτιαγμένο από τρεις σειρές ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα στο οποίο έδιναν διάφορους τόνους, από καφέ ανοιχτό έως καφέ σκούρο και μαύρο.

Ήθη-ΈθιμαΛαογραφίαΠοντιακές ΦορεσιέςΠοντιακοί ΣυλλόγοιΠοντιακοί ΧοροίΠόντος