Σπαρέλ

Σπαρέλ ή σπαλέρ Επιστήθιο ένδυμα από μονόχρωμο ριγωτό ύφασμα, μεταξωτό ή βελούδο φοδραρισμένο με κάποτο ή χασέ και έχει κέντημα γύρω από τον λαιμό. Κάλυπτε μόνο το στήθος από το λαιμό μέχρι τη μέση και στο κάτω μέρος είχε τα σπαλεροδέμια (κορδόνια).

Πήρε το όνομά του από το ρήμα ασφαλίζω-ασπαλίζω, δηλαδή κλείνω-δένω γύρω από το σώμα, ή από τη λέξη σπάλα, τα πλαϊνά του θώρακα. Το σπαλέρ ή σπαρέλ ήταν κομμάτι υφάσματος 45 ή 50 εκ. φάρδος και 50 ή 60 εκ. ύψος. Επάνω το ύφασμα σχημάτιζε ημικύκλιο για να εφάπτεται με το λαιμό. Περιμετρικά του λαιμού κεντούσαν κορδόνι σε διάφορα σχέδια, με φάρδος 5 εκ. Το σπαρέλ έδενε στο λαιμό και τη σπάλα με κορδέλες, τα «δέματα» όπως τα ονόμαζαν. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν διάφορα, ριγωτά ή μονόχρωμα, μεταξωτά ή βελούδα, και ήταν ντουμπλαρισμένα με χασέ. Τα φορούσαν οι γυναίκες, συνήθως στον ορεινό όγκο του Πόντου, μέσα από τη ζιπούνα.

Ήθη-ΈθιμαΛαογραφίαΠοντιακές ΦορεσιέςΠοντιακοί ΣυλλόγοιΠοντιακοί ΧοροίΠόντος